ΑρχικήΧρηστικάEπικαιροτηταΝικ. Γ. Ορφανουδάκης (Ε.Μ.Π., Ε.Κ.Π.Α.): «Η απολιγνιτοποίηση στην Ελλάδα γίνεται με αδικαιολόγητα...

Νικ. Γ. Ορφανουδάκης (Ε.Μ.Π., Ε.Κ.Π.Α.): «Η απολιγνιτοποίηση στην Ελλάδα γίνεται με αδικαιολόγητα βίαιο τρόπο»

Για τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις της βίαιης απολιγνιτοποίησης που δρομολογείται στην Ελλάδα γράφει στο περιοδικό «Θερμοϋδραυλικός» ο καθηγητής Νικ. Γ. Ορφανουδάκης. Ο καθηγητής του Ε.Κ.Π.Α. έχει μάλιστα απευθυνθεί επανειλημμένα με σχετικά δημοσιεύματα αλλά και επιστολές στο πρωθυπουργικό γραφείο.

Άρθρο του κ. Nικ. Γ. Ορφανουδάκη, μηχανολόγου μηχανικού Ε.Μ.Π., PhD Imperial College London, καθηγητή στο Ε.Κ.Π.Α., IWE (International Welding Engineer GR/IWE/00244), μέλος ΤΕΕ, VDI, Level II in RI, UT, MT, PT κατά ISO 9712 (έντυπο τεύχος Νοεμβρίου 2021)

Ο ρυθμός με τον οποίο προχωρά η απολιγνιτοποίηση στην Ελλάδα εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την ανάκαμψη της εθνικής οικονομίας. Η μετατροπή της μονάδας «Πτολεμαΐδα 5» από λιγνιτική σε μονάδα φυσικού αερίου συνδυασμένου κύκλου είναι τεχνικά παράλογη και αποτελεί τη χείριστη λύση. Οι παλαιότεροι θα θυμούνται, ίσως, πόσο καταστροφικές ήταν οικονομικά και πόσο γρήγορα απαξιώθηκαν οι σπασμωδικές κινήσεις μετατροπής μονάδων ηλεκτροπαραγωγής στο Κερατσίνι και στο Λαύριο, τη δεκαετία του ’90, ώστε να δημιουργηθεί «αγορά» για το πρωτοεισαγόμενο, τότε, από τη Ρωσία φυσικό αέριο.

Συγκεκριμένα, η νέα μονάδα «Πτολεμαΐδα 5» που σε λίγους μήνες θα παραδοθεί στην ΔΕΗ,  θα είναι πράγματι μία από τις τεχνολογικά πιο προηγμένες μονάδες παγκοσμίως, με πολύ καλό βαθμό απόδοσης και με την πλέον εξελιγμένη τεχνολογία αντιρρύπανσης. Ωστόσο, ως μονάδα κλασικής τεχνολογίας, θα παράγει διοξείδιο του άνθρακα αναλογικά περισσότερο από τις μονάδες φυσικού αερίου που λειτουργούν με διαφορετική τεχνολογία, αυτή του συνδυασμένου κύκλου. Εκτιμώ, λοιπόν, ότι το κόστος της μονάδας «Πτολεμαΐδα 5» θα φtάσει τελικά τα 2 δισ. ευρώ.

Κι εδώ τίθεται το ερώτημα, τι σχεδιάζει να κάνει η ΔΕΗ. Ένα από αυτά τα σενάρια που υπάρχουν στην  ΔΕΗ, είναι να τη μετατρέψει άμεσα σε μονάδα συνδυασμένου κύκλου, με επιπλέον κόστος 400 εκ. ευρώ. Θα είναι, όμως, μία μονάδα συνδυασμένου κύκλου (ας την ονομάσουμε συντομογραφικά GuD [Gas und Dampfturbine]) που δεν θα έχει βαθμό απόδοσης όσο μια «εκ γενετής» μονάδα GuD για να μπαίνει στο δίκτυο κατά τον ημερήσιο ενεργειακό προγραμματισμό του Χρηματιστηρίου Ενέργειας με την ίδια προτεραιότητα που θα μπαίνουν οι άλλες μονάδες GuD. Το κόστος της, μάλιστα, θα φτάσει συνολικά τα 2,4 δισ. ευρώ σε σχέση με τα 400 εκ. που θα κόστιζε μία «εκ γενετής» μονάδα GuD (και όχι εκ μετατροπής) την οποία θα μπορούσαμε να κατασκευάσουμε ακριβώς δίπλα στην κεντρική μονάδα.

Να διευκρινισθεί  εδώ ότι, δυστυχώς,  ελάχιστες υποδομές από τις υπό κατασκευή θα αξιοποιηθούν, οπότε οι κύριες εγκαταστάσεις θα αχρηστευτούν πριν από την ώρα τους και θα απαξιωθούν, παρά το υψηλό κόστος και την τεχνολογία αιχμής που ενσωματώνουν. Επομένως, η μονάδα «Πτολεμαΐδα 5» θα είναι η ακριβότερη παγκοσμίως μονάδα ηλεκτροπαραγωγής και το κόστος της δεν πρόκειται να αποσβεσθεί όπως των άλλων μονάδων GuD της ΔΕΗ ή ιδιωτών (Protergia, Elpedison, «Ήρων» κ.ά.).

Φυσικά, είμαστε υποχρεωμένοι να τηρήσουμε τη δέσμευσή μας προς την Ε.Ε. για απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα έως το 2050. Ωστόσο, άλλες χώρες, όπως η Πολωνία (που θα πάρει και τη μερίδα του λέοντος από την αποζημίωση για την απανθρακοποίηση) η Τσεχία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, ακόμα και η Γερμανία, θα διατηρήσουν τις υφιστάμενες μονάδες τους έως την καταληκτική ημερομηνία.

Εάν επαληθευτούν οι έγκυρες πληροφορίες μου ότι η Ελλάδα θα λάβει μόνο 60 εκ. ευρώ από το «Πράσινο Ταμείο» (εξάλλου το 1 δισ. που φημολογούνταν ότι θα λάβει δεν φτάνει ούτε για τη βοήθεια στις περιοχές της δυτικής Μακεδονίας και της Αρκαδίας), η απολιγνιτοποίηση θα είναι καταστροφική οικονομικά για τη χώρα, καθώς θα προκαλέσει μεγάλο κύμα ανεργίας και οικονομική δυσπραγία σε όλους όσους απασχολούνται στη ΔΕΗ και στις περιοχές των λιγνιτικών μονάδων.

Όπως χαρακτηριστικά μου έχουν διηγηθεί πολλοί μηχανικοί των σταθμών, τόσα χρόνια έχει αναπτυχθεί μια «βιομηχανική κουλτούρα» στις εν λόγω περιοχές, με ένα πλήθος τεχνικών που κάνει εξειδικευμένες εργασίες. Η χώρα διαθέτει αξιοζήλευτη τεχνογνωσία σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ η οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων 70 ετών οφείλεται κατά μεγάλο βαθμό στο λιγνίτη. Τώρα όλες αυτές οι ειδικότητες θα πρέπει να μετατραπούν βίαια σε κάτι άλλο. Οι βίαιες αλλαγές όμως δεν είναι ποτέ επιτυχείς.

Γιατί, λοιπόν, να μη διατηρήσουμε κι εμείς έως το 2050 μόνο τις μονάδες που δεν έχουν αποσβεσθεί (τον ατμοηλεκτρικό σταθμό [ΑΗΣ] Αγίου Δημητρίου 5, τον ΑΗΣ Μεγαλόπολης 4, τον ΑΗΣ Φλώρινας και βέβαια τον ΑΗΣ Πτολεμαΐδας 5); Είναι λογικό να απολέσουμε ένα τεράστιο ποσό, το οποίο κατά προσέγγιση έχει υπολογισθεί ότι θα κυμαίνεται γύρω στα 9 δισ. ευρώ, περιλαμβάνοντας την απώλεια της «Πτολεμαΐδας 5», την αποκατάσταση των σταθμών και των ημιτελών ορυχείων, τη μη απόσβεση έργων που τώρα εκτελούνται, τα κόστη απαλλοτριώσεων περιοχών κλπ.;

Σήμερα, το κόστος της λιγνιτικής μεγαβατώρας είναι πολύ φθηνότερο από το αντίστοιχα παραγόμενο με φυσικό αέριο. Η ΔΕΗ όμως δεν χρησιμοποιεί ούτε τώρα τις μονάδες αυτές που μπορεί, γιατί έχει δανεισθεί με τον «πρωτότυπο» όρο ρήτρας διοξειδίου άνθρακα (Δηλαδή αν υπερβεί κάποια προσυμφωνηθείσα ποσότητα διοξειδίου άνθρακα, θα αυξηθεί το επιτόκιο δανεισμού.  Για να διαφημίσει ίσως ότι μετασχηματίζεται σε πράσινη επιχείρηση;).

Επιπλέον, έχει κανείς προσπαθήσει να μειώσει το κόστος του διοξειδίου του άνθρακα; Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι η συμμετοχή της χώρας μας στο σύνολο των ευρωπαϊκών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (λόγω μεγέθους της εγκατεστημένης ισχύος, και μόνο) είναι σχεδόν αμελητέα (<2%). Επομένως, ο ισχυρισμός ότι η βίαιη απολιγνιτοποίηση θα έχει ωφέλεια για το περιβάλλον είναι τουλάχιστον «άστοχος» όσον αφορά την Ελλάδα, το δε ποσοστό <2% που υποτίθεται ότι θα εκμηδενίσουμε, θα το παράγει έτσι και αλλιώς η Βουλγαρία ή η Τουρκία αντί για μας, όταν θα αναγκαστούμε να εισάγουμε ενέργεια από αυτές τις χώρες. Αυτό σημαίνει ότι το θέμα είναι και πολιτικό και αφήνει πολλά περιθώρια διαχείρισης και διαπραγμάτευσης, ιδιαίτερα αν εκμεταλλευτούμε τη δυσμενή συγκυρία της πανδημίας μετά τη δεκαετή οικονομική κρίση. Αρκεί να σκεφτούμε πόσους πόρους θα μπορούσαμε να εξοικονομήσουμε.

Εξάλλου, γνωρίζουμε ποιο θα είναι το κόστος του φυσικού αερίου σε λίγο χρόνο, όταν, όπως υποτίθεται, θα ανακάμψει η παγκόσμια αγορά από τις επιπτώσεις της πανδημίας;

Επειδή, λοιπόν, τίθενται πολύ σοβαρά θέματα, θα έλεγα ναι στην απολιγνιτοποίηση, αλλά όχι στη βίαιη απολιγνιτοποίηση. Η μετάβαση πρέπει να γίνει ομαλά, χωρίς σπασμωδικές κινήσεις (όπως και σε άλλες χώρες που έχουν στερεά καύσιμα), με ορθολογικό τρόπο. Έτσι, θα μας δοθεί και ο χρόνος να δοκιμαστούν σε μεγάλη κλίμακα οι τεχνολογίες που υπόσχονται μεγάλες εταιρείες για ηλεκτροπαραγωγή και αποθήκευση π.χ. με χρήση υδρογόνου, η οποία αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε πιλοτικό στάδιο. Η ωρίμανση της τεχνολογίας, άλλωστε, θα συμπιέσει τα κόστη, όπως σε όλες τις τεχνολογικές εφαρμογές, όπου οι πρωτοπόροι δεν ωφελούνται οικονομικά όσο οι επόμενοι.

Δεν είναι –αν μη τι άλλο– λανθασμένο να προβαίνουμε σε μια μακροχρόνια επένδυση, με βάση μια συγκυρία για τις τιμές των καυσίμων και των αερίων του θερμοκηπίου; Ας σκεφτούμε τα οφέλη από τη διατήρηση έστω και περιορισμένης (10%) λιγνιτικής παραγωγής έως το 2050, ως μέτρο πίεσης της τιμής της προσφερόμενης MWh στο Χρηματιστήριο Ενέργειας, σε οποιαδήποτε ανεξέλεγκτη αύξηση της τιμής του εισαγόμενου φυσικού αερίου, την οποία δεν μπορεί κανείς να προβλέψει –ιδιαίτερα στη μικρή χώρα μας που προφανώς αδυνατεί να επηρεάσει γεωπολιτικές εξελίξεις και λοιπούς παράγοντες που επιδρούν στο κόστος της πρώτης ύλης.

Επιπλέον, ας σκεφτούμε την ενεργειακή εξάρτηση σε απρόβλεπτες συνθήκες του μέλλοντος και, κυρίως, το γεγονός ότι οι θερμοηλεκτρικές μονάδες είναι η βάση της ηλεκτροπαραγωγής παγκοσμίως και θα είναι για αρκετά χρόνια ακόμη, καθώς οι ήπιες και ανανεώσιμες μορφές ενέργειας συνοδεύονται από αβεβαιότητες, αστοχίες και κρυμμένα κόστη που δεν επιτρέπουν να τις καθιερώσουμε ως τη μοναδική πηγή για το σύστημα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας· αντίθετα τις περιορίζουν σε ένα ποσοστιαίο πλαφόν, αφήνοντας το μεγαλύτερο χώρο στις μονάδες ορυκτών καυσίμων ή στις πυρηνικές (όπου υπάρχουν). Συνεπώς, πρέπει να διατηρηθεί ο λιγνίτης έως ένα βαθμό μέχρι το 2050, για την ασφαλή τροφοδοσίας της χώρας με ηλεκτρική ενέργεια.

 

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ