Ποιοτική αναβάθμιση του αέρα με την κατάλληλη αφύγρανση

Οι χώροι στους οποίους ζούμε, εργαζόμαστε και διασκεδάζουμε είναι πολλές φορές παλαιάς κατασκευής. Όταν δεν υπάρχει δυνατότητα να δημιουργήσουμε ένα νέο χώρο με σύγχρονες προδιαγραφές διαβίωσης, μπορούμε να βελτιώσουμε την ποιότητα ζωής μας με αφυγραντήρες και επιλέγοντας ενεργειακώς πιστοποιημένα προϊόντα.

Η υγρασία είναι η παρουσία υδρατμών στον αέρα, κάτι που σημαίνει ότι το ποσοστό της στο χώρο αυξομειώνεται κατά ένα μεγάλο μέρος από τις συνθήκες του εξωτερικού περιβάλλοντος, και ειδικά από τη διαφορά της εσωτερικής από την εξωτερική θερμοκρασία.

Βασικές ενέργειες που μπορούν να μειώσουν σε επιθυμητά επίπεδα την υγρασία είναι ο καλός αερισμός του χώρου, αν δεν είναι εφικτή η τοποθέτηση εξαεριστήρα. Επίσης, είναι χρήσιμη η τακτική χρήση του κλιματιστικού για ψύξη και θέρμανση του αέρα, ενώ καλό θα ήταν να μην τοποθετούνται φυτά στους εσωτερικούς χώρους –ή να τοποθετούνται ειδικά φυτά.

Ακόμη, θα πρέπει να αποφεύγεται το στέγνωμα των ρούχων στους οικιακούς εσωτερικούς χώρους, εκτός κι αν υπάρχει στεγνωτήριο. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας το περνάμε στο σπίτι και στους χώρους εργασίας ή κοινωνικής εστίασης, και γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία η ποιότητα του αέρα που αναπνέουμε.

Η υγρασία σε ένα χώρο, εκτός από το αίσθημα δυσφορίας που προκαλεί, ευνοεί και την ανάπτυξη διαφόρων βλαβερών για την υγεία μικροοργανισμών. Γι’ αυτό το λόγο συνιστάται να λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη μείωσή της. Το πρόβλημα της υγρασίας μπορεί να αντιμετωπιστεί οριστικά με την τοποθέτηση συστήματος αφύγρανσης στους οικιακούς και επαγγελματικούς χώρους. Χρησιμοποιώντας το σωστό αφυγραντήρα, επιτυγχάνονται τα επιθυμητά επίπεδα υγρασίας στο χώρο και εξασφαλίζεται καθαρός και υγιεινός αέρας με χαμηλή κατανάλωση ενέργειας.

Επιπλέον οι αφυγραντήρες:

  • Εξαλείφουν τη δημιουργία μούχλας και δυσάρεστων οσμών.
  • Καταπολεμούν την εμφάνιση αλλεργιών και λοιμώξεων του αναπνευστικού.
  • Μειώνουν το κόστος θέρμανσης έως και 30%.
  • Έχουν φίλτρο ιονιστή.
  • Διαθέτουν –ορισμένα μοντέλα– ειδική ρύθμιση για το στέγνωμα των ρούχων.

Υπάρχουν δύο είδη αφυγραντήρων και δύο αντίστοιχες αρχές λειτουργίας. Ο πρώτος τύπος είναι οι αφυγραντήρες με συμπιεστή (compressor dehumidifiers) και ο δεύτερος είναι οι αφυγραντήρες με αποξηραντικό υλικό, κυρίως ζεόλιθο (desiccant dehumidifiers).

Η τεχνολογία desiccant είναι πιο σύγχρονη σε σχέση με την κλασική τεχνολογία των συμπιεστών.

Αφυγραντήρες με συμπιεστή

Η αρχή της λειτουργίας των αφυγραντήρων με συμπιεστή (βλ. σχήμα 3) είναι παρόμοια με εκείνη των κλιματιστικών μηχανημάτων: Ο υγρός αέρας του χώρου περνάει μέσα από το ψυκτικό στοιχείο του αφυγραντήρα. Εκεί υγροποιείται η υγρασία του αέρα και συγκεντρώνεται στο δοχείο συμπυκνωμάτων. Εν συνεχεία, ο αέρας περνάει από ένα δεύτερο θερμαντικό στοιχείο, και αφού η θερμοκρασία φτάσει στα αρχικά επίπεδα, επιστρέφει στο χώρο.

Οι αφυγραντήρες με συμπιεστή αποτελούν την απόλυτη λύση για καταπολέμηση της υγρασίας άμεσα και αποτελεσματικά, εξασφαλίζοντας μέγιστη εξοικονόμηση ενέργειας και χρημάτων. Χάρη στο μεγάλο εύρος ικανότητας αφύγρανσης που προσφέρουν, έως και 50 l/h, συμβάλλουν ενεργά στη μείωση του κόστους θέρμανσης παρέχοντας ιδανικές συνθήκες στο χώρο.

Αφυγραντήρες τεχνολογίας desiccant

Το κύριο εξάρτημα των συγκεκριμένων αφυγραντήρων (βλ. σχήμα 4), οι οποίοι λειτουργούν χωρίς συμπιεστή, είναι ο δίσκος ζεόλιθου, ο οποίος περιστρέφεται με χαμηλή ταχύτητα. Ο υγρός αέρας του χώρου περνάει μέσα από το δίσκο, του οποίου το αφυγραντικό υλικό συγκρατεί την υγρασία. Για να απομακρυνθεί η υγρασία, ένα μέρος του αέρα περνάει μέσα από μία ειδική διάταξη· και αφού θερμανθεί μέσω μιας αντίστασης, περνάει από το δίσκο και απορροφάται η υγρασία που έχει συγκεντρωθεί σε αυτόν.

Τέλος, ο αέρας καταλήγει σε έναν εναλλάκτη, όπου συμπυκνώνεται η υγρασία που έχει απορροφηθεί και καταλήγει στο δοχείο νερού της συσκευής. Ταυτόχρονα με την αφύγρανση, οι αφυγραντήρες desiccant συμβάλλουν και στη θέρμανση του χώρο, αφού αυξάνουν τη θερμοκρασία που επικρατεί σε αυτόν λόγω της εξαγωγής θερμού αέρα (κατά 10 – 12 βαθμούς πιο ζεστού από τη θερμοκρασία του δωματίου).

Μπορεί κανείς, λοιπόν, να επωφεληθεί από την τεχνολογία desiccant των αφυγραντήρων χωρίς συμπιεστή και να εξασφαλίσει αθόρυβη λειτουργία και αποτελεσματικότερη αφύγρανση σε χώρους με ελλιπή ή και καθόλου θέρμανση.

Η βασική διαφορά των δύο τεχνολογιών είναι ότι ο αφυγραντήρας με συμπιεστή είναι πιο οικονομικός αλλά δεν λειτουργεί ικανοποιητικά σε χώρους που δε θερμαίνονται επαρκώς (θερμοκρασία κάτω από 16 – 17°C), σε σχέση με τον αφυγραντήρα τεχνολογίας desiccant που αποδίδει 100% σε χαμηλές θερμοκρασίες.

Αυτό συμβαίνει επειδή το εσωτερικό του αφυγραντήρα με συμπιεστή πρέπει να είναι ψυχρότερο από τον αέρα του χώρου. Όσο πιο ψυχρός είναι ο χώρος, τόσο περισσότερο θα πρέπει να δουλέψει ο αφυγραντήρας προκειμένου να δημιουργήσει τη διαφορά θερμοκρασίας που απαιτείται για τη δέσμευση της υγρασίας.

Όταν η θερμοκρασία του χώρου πλησιάσει τους 15°C, οι αφυγραντήρες συμπιεστή έχουν προγραμματιστεί να μπαίνουν σε λειτουργία απόψυξης, προκειμένου να αποφευχθεί ο σχηματισμός πάγου στα πηνία, με αποτέλεσμα να μην λειτουργούν αποτελεσματικά.

Όμως, σε χώρους που θερμαίνονται επαρκώς, οι αφυγραντήρες με συμπιεστή λειτουργούν ικανοποιητικά και με χαμηλή κατανάλωση ενέργειας.

Απόδοση

Η απόδοση του αφυγραντήρα είναι πολύ υψηλότερη από αυτήν ενός κλιματιστικού, και η κατανάλωση σε ρεύμα πολύ χαμηλότερη. Επίσης, το κόστος λειτουργίας είναι πολύ χαμηλότερο σε σχέση με αυτό ενός καυστήρα πετρελαίου ή φυσικού αερίου προκειμένου να μειωθεί η υγρασία του χώρου σε κανονικά επίπεδα.

Ο αφυγραντήρας λειτουργεί καλύτερα όταν είναι κλειστά τα παράθυρα και οι πόρτες και όταν έχει κάποια απόσταση από τα έπιπλα. Γι’ αυτό θα πρέπει να τοποθετείται σε τέτοιο σημείο στο δωμάτιο, ώστε να μην παρεμποδίζεται ούτε η χρήση του δωματίου ούτε η λειτουργία του αφυγραντήρα.

Θα πρέπει επίσης να εξασφαλίζεται επαρκής χώρος περιμετρικά του αφυγραντήρα, ώστε να μην εμποδίζεται ο αέρας που εισέρχεται και εξέρχεται από αυτόν. Θα πρέπει επίσης να συμβουλεύεται κανείς τους ειδικούς, ώστε να επιλέξει τον κατάλληλο αφυγραντήρα για το χώρο του, σύμφωνα με τις ανάγκες του. Και όταν τον τοποθετήσει, θα πρέπει να διαβάσει προσεκτικά το εγχειρίδιο χρήσης και να αξιοποιήσει τις λειτουργίες του.

Ρυθμίζοντας σωστά το θερμοστάτη, ώστε η θερμοκρασία να μην ξεπερνάει τους 18 – 20ο C, διατηρείται το κατάλληλο επίπεδο σχετικής υγρασίας, το οποίο θα πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 50 και 60%, για ένα ιδανικό περιβάλλον. Με αυτό τον τρόπο αναπνέουμε και αισθανόμαστε καλυτέρα, ενώ επιτυγχάνουμε μείωση στους λογαριασμούς θέρμανσης.

  • Τα σχήματα του άρθρου δημοσιεύονται στην έντυπη έκδοση του «Θερμοϋδραυλικού» τεύχος Νοεμβρίου 2019.

Ελέγξτε επίσης

Νέα «Dual Vane» κασέτα ψευδοροφής από την LG Electronics

Το τμήμα LG Business Solutions της LG Electronics (LG) παρουσιάζει την πιο πρόσφατη τεχνολογία σχεδιασμού …

Τα Περιοδικά μας