Αυτός ο εναλλακτικός τρόπος θέρμανσης ή και δροσισμού, αποτελείται από ένα σύστημα σωλήνων που εγκαθίσταται κάτω από το δάπεδο και μέσα από αυτό περνά ζεστό ή κρύο νερό και γίνεται όλο και πιο δημοφιλής. Πλέον η τεχνολογία έχει καταφέρει να μετατρέψει μια απαιτητική εγκατάσταση σε μια ιδιαίτερα ευέλικτη και προσιτή λύση, μειώνοντας αισθητά τα μειονεκτήματά της.
Άρθρο του κ. Χρήστου Πέττα* (από την έντυπη έκδοση Ιανουαρίου 2024)
Ένας από τους δημοφιλέστερους τρόπους θέρμανσης στην ευρωπαϊκή, αλλά και την παγκόσμια αγορά που πλέον κερδίζει ολοένα και αυξανόμενο μερίδιο και της ελληνικής αγοράς είναι η ενδοδαπέδια θέρμανση.
Η θέρμανση μιας τόσο μεγάλης επιφάνειας όση είναι το δάπεδο μιας οικίας, δίνει τη δυνατότητα αισθητά χαμηλότερης θερμοκρασίας προσαγωγής, γεγονός που καθιστά την ενδοδαπέδια θέρμανση ελκυστική, τόσο για τη δυνατότητα συνεργασίας της με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ηλιοθερμία, αντλίες θερμότητας κλπ) όσο και για το μειωμένο κόστος λειτουργίας της, αλλά φυσικά και της μηδενικής αισθητικής παρέμβασης στον χώρο διαβίωσης.
Η χαμηλή περιβαλλοντική επιβάρυνση που επιφέρει της δίνει τη δυνατότητα να επιδοτηθεί με κρατικά κονδύλια και, αν συνδυαστεί με τις κατάλληλες πηγές ενέργειας, να αυξήσει σημαντικά την ενεργειακή κλάση, τόσο των νέων, όσο και των υφιστάμενων ακινήτων.
Πέραν των όσων πλεονεκτημάτων αναφέρθηκαν παραπάνω, θα μπορούσε κανείς να προσθέσει το αίσθημα της ευεξίας που μια θέρμανση χαμηλών θερμοκρασιών μπορεί να προσφέρει, τη δυνατότητα ενδοδαπέδιου δροσισμού που επιπρόσθετα μπορεί να αποδώσει, την ιδανική θερμοκρασιακή διαστρωμάτωση μέσα στον χώρο, τις μειωμένες θερμικές απώλειες λόγω μόνωσης δαπέδου και απουσίας ταυτοχρονισμού, τη βέλτιστη κάλυψη ακόμα και χώρων μεγάλου ύψους (εκθεσιακοί χώροι, ναοί κλπ), την ηχομόνωση των δαπέδων που εξασφαλίζει, τη δυνατότητα αυτονόμησης, όχι μόνο των επιπέδων μιας οικίας, αλλά και του κάθε δωματίου ξεχωριστά, παρέχοντας τη μέγιστη δυνατή άνεση σε κάθε χρήστη της.

Απαραίτητες προδιαγραφές
Οι κατασκευαστικές λεπτομέρειες όμως που απαιτεί η ενδοδαπέδια θέρμανση, την καθιστούν μια ιδιαίτερη κατασκευή με συγκεκριμένες προδιαγραφές οι οποίες θα πρέπει να ληφθούν εξ΄ αρχής υπόψιν και να ακολουθηθούν σχολαστικά.
Συγκεκριμένα, η τοποθέτησή της απαιτεί ένα συγκεκριμένο ύψος μεταξύ της πλάκας και του τελικού δαπέδου, το οποίο καθορίζεται από το ενδοδαπέδιο σύστημα που τελικά θα χρησιμοποιηθεί και ενώ κάτι τέτοιο είναι δυνατόν να μελετηθεί σε μια νέα οικοδομή, σε μια υφιστάμενη η απόσταση αυτή είναι ήδη ορισμένη και πολλές φορές απαγορευτική.
Επίσης το υγρό θερμομπετόν που απαιτείται να τοποθετηθεί πάνω από τις σωληνώσεις (συνήθως σε ύψη περί τα 40mm) αυξάνει αφενός σημαντικά το βάρος της εγκατάστασης και αφετέρου την αδράνεια του όλου συστήματος, επιβάλλοντας τη συνεχή λειτουργία μιας τέτοιας θέρμανσης, αλλά και τους διευρυμένους χρόνους απόκρισης. Επιπρόσθετα απαιτείται ειδική διαδικασία για την απομάκρυνση της υγρασίας από το θερμομπετόν (στέγνωμα), πριν την τοποθέτηση του τελικού δαπέδου, η οποία παρατείνει τόσο τον χρόνο εγκατάστασης, όσο και αυτόν της παύσης όλων των εργασιών πάνω στο δάπεδο, προκειμένου αυτό να αποκτήσει την απαραίτητη αντοχή και συνοχή. Αυτό συνεπάγεται το αυξημένο κόστος επένδυσης ενός τέτοιου συστήματος κάτι που όμως αντισταθμίζεται σε εύλογο χρονικό διάστημα από την οικονομική του λειτουργία.
Σημαντικό είναι επίσης και το γεγονός ότι σε ορισμένους χώρους που δεν υπάρχει η απαιτούμενη επιφάνεια διάστρωσης στο δάπεδο (π.χ. λουτρά) θα πρέπει να βοηθηθούν από την παρουσία κάποιου πρόσθετου θερμαντικού σώματος, αφού η ενδοδαπέδια θέρμανση από μόνη της δεν θα μπορεί να καλύψει τις θερμικές τους απαιτήσεις.
Πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν τα μειονεκτήματα
Η εξέλιξη των ενδοδαπέδιων συστημάτων που κυκλοφορούν πλέον στην αγορά σε συνδυασμό με την τεχνολογική εξέλιξη των οικοδομικών υλικών και κονιαμάτων έχει κάνει σημαντικά βήματα ως προς την εξάλειψη των παραπάνω μειονεκτημάτων δίνοντας λύσεις σε κάθε εφαρμογή.
Έτσι στην περίπτωση που απαιτείται η εγκατάσταση ενδοδαπέδιας θέρμανσης σε υφιστάμενα κτίρια που το βάθος εγκατάστασης είναι περιορισμένο, διατίθενται συστήματα μικρού ύψους, όπου, με κάποιον συμβιβασμό ως προς τη μόνωση, αλλά και στην πυκνότητα διάστρωσης των σωληνώσεων, μπορεί να επιτευχθούν συνολικά ύψη της τάξης των 20mm. Έτσι ανοίγει ο δρόμος της εγκατάστασης ακόμα και στις ανακαινίσεις που αποτελούν πλέον ένα ιδιαίτερα αυξημένο μερίδιο της οικοδομικής δραστηριότητας.
Τα προηγμένα αυτά συστήματα διάστρωσης μπορούν να τοποθετούνται απευθείας πάνω στο παλαιό δάπεδο και, σε συνδυασμό με τα υψηλής τεχνολογίας αυτοεπιπεδούμενα γαλακτώματα που παίζουν τον ρόλο του θερμομπετόν, μπορούν να επιτυγχάνουν αυτά τα ιδιαίτερα χαμηλά ύψη εγκατάστασης.
Άλλα συστήματα που χρησιμοποιούνται είναι και αυτά που δεν απαιτούν την επίστρωση του θερμομπετόν και για αυτόν τον λόγο χαρακτηρίζονται και συστήματα ξηράς δόμησης. Στην περίπτωση αυτή το θερμομπετόν αντικαθίσταται εξολοκλήρου από μεταλλικά ελάσματα (συνήθως αλουμινίου) τα οποία είναι πλέον υπεύθυνα για την ομοιόμορφη μεταφορά θερμότητας από τον σωλήνα προς το τελικό δάπεδο.
Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να αποφεύγονται όλα τα μειονεκτήματα που το θερμομπετόν προσδίδει, όπως η αυξημένη αδράνεια. Ένα σύστημα ξηράς δόμησης διακρίνεται για την πολύ γρήγορη απόκριση που διαθέτει, αφού η αδράνεια του θερμομπετόν απουσιάζει. Έτσι κάνει δυνατή την εγκατάστασή του ακόμα και σε εξοχικές κατοικίες, ενώ το μειωμένο βάρος του το κάνει ιδανική επιλογή για καταπονημένα στατικά κτίρια, πατάρια κλπ.
Επίσης οι μεγάλοι χρόνοι αναμονής που απαιτούνται για την ξήρανση του θερμομπετόν αποφεύγονται και το ύψος του όλου συστήματος μπορεί να περιοριστεί σημαντικά φθάνοντας συνολικά στα περίπου 40mm.
Άλλες εναλλακτικές λύσεις
Υπάρχουν επίσης και συστήματα τοποθέτησης σωληνώσεων θέρμανσης στον τοίχο, προκειμένου να καλυφθούν αυξημένες θερμικές απαιτήσεις σε συνδυασμό με τη μικρή δυνατότητα χρήσης του δαπέδου, είτε επειδή αυτό καλύπτεται από άλλες σωληνώσεις, είτε επειδή θέλουμε να διατηρήσουμε ανέπαφο κάποιο παλαιό δάπεδο.
Από όλα τα παραπάνω γίνεται πια εμφανές ότι με την εξέλιξη της τεχνολογίας και με την πληθώρα των επιλογών που μερικοί κατασκευαστικοί οίκοι ενδοδαπέδιων συστημάτων παρέχουν στην αγορά, έχουν μετατρέψει μια απαιτητική εγκατάσταση σε ιδιαίτερα ευέλικτη και προσιτή σε ένα ολοένα και αυξανόμενο καταναλωτικό κοινό, ενώ ταυτόχρονα τα μειονεκτήματά της έχουν δραστικά περιορισθεί.
Όλα τα θετικά στοιχεία που συγκεντρώνει ένα τέτοιο σύστημα σε συνδυασμό με τα υψηλής ποιότητας κατασκευής υλικά, τις λεπτομερείς μηχανολογικές μελέτες και τις μακροχρόνιες εγγυήσεις που συνήθως παρέχονται από τους προμηθευτές – εγκαταστάτες, το καθιστούν πλέον μια ιδιαίτερα ελκυστική επιλογή αυξάνοντας σημαντικά το μερίδιο αγοράς που του αντιστοιχεί και κάνοντας το μέλλον του να διαγράφεται ιδιαίτερα ευοίωνο.
*Ο κ. Χρήστος Πέττας είναι Μηχανολόγος Μηχανικός Ε.Μ.Π. MSc και Τεχνικός Διευθυντής της ΥΔΡΟΜΑΡΙΝ Α.Ε.


