Σε εξέλιξη το έργο «κτηματογράφησης» των υδρογεωτρήσεων

Εφόσον ολοκληρωθεί στα τέλη του 2023 το πρόγραμμα απογραφής όλων των υδρογεωτρήσεων της χώρας, ο «χάρτης» που θα προκύψει θα συμβάλει στη βελτίωση των σχεδίων διαχείρισης βάσει των ευρωπαϊκών κανονισμών και θα δώσει την απαραίτητη ώθηση για την αναθεώρηση του νομικού πλαισίου των αδειοδοτήσεων.

Άρθρο του κ. Παναναγιώτη Σαμπατακάκη* (έντυπο τεύχος Φεβρουαρίου 2022)

Λόγω των ιδιαίτερων γεωλογικών και γεωμορφολογικών συνθηκών της, η Ελλάδα είναι αναγκασμένη να καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της σε νερό από τον υπόγειο  υδροφόρο ορίζοντα. Η περιορισμένης έκτασης ενδοχώρα και το απότομο γεωμορφολογικό ανάγλυφό της δεν ευνοούν την ανάπτυξη μεγάλων λεκανών απορροής. Μάλιστα το 38% του επιφανειακού υδάτινου δυναμικού  είναι «εισαγόμενο», με την έννοια ότι πολλές  λεκάνες απορροής έχουν μεν τις εκβολές τους σε ελληνικές ακτές, όμως ο άνω ρους αυτών   αναπτύσσεται σε γειτονικές χώρες (τη Βόρεια Μακεδονία και τη Βουλγαρία). Πρόκειται για όλες τις λεκάνες των ποταμών από τον Αξιό, στα δυτικά, μέχρι και τον Έβρο στα ανατολικά.

Ο  παράγοντας του απότομου γεωμορφολογικού ανάγλυφου δημιουργεί συνθήκες σύντομης αποστράγγισης των επιφανειακών νερών στις περισσότερες λεκάνες όλων των μεγεθών. Το αποτέλεσμα είναι, σε συνδυασμό με έντονη βροχόπτωση, να  δημιουργούνται συνθήκες πρόκλησης πλημμυρικών φαινομένων. Η δε αυξητική τάση των  ραγδαίων βροχοπτώσεων που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της κλιματικής  διαταραχής, εντείνει τη συχνότητα και τη σφοδρότητα των πλημμυρικών φαινομένων, σε βαθμό που να μην είναι πλέον διαχειρίσιμα  με τις υπάρχουσες υποδομές.

Η περιορισμένη έκταση και η σύντομη αποστράγγιση των μεγάλων και μικρομεσαίων λεκανών απορροής σε συνδυασμό με την περιορισμένη περίοδο των κατακρημνισμάτων (βροχοπτώσεις και χιονοπτώσεις), των οποίων ο μεγαλύτερος όγκος λαμβάνει  χώρα κυρίως από το Νοέμβριο μέχρι το Φεβρουάριο, είναι οι παράγοντες που μειώνουν  σημαντικά τις παροχές των ποταμών στη χώρα μας κατά τη διάρκεια της ξηρής περιόδου  (από Ιούνιο έως και Σεπτέμβριο). Την περίοδο αυτή, όμως, κορυφώνονται και οι ανάγκες σε νερό για άρδευση, που είναι ο κατεξοχήν μεγάλος καταναλωτής (83%).

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν ο αγροτικός τομέας σε όλη την επικράτεια ξεκίνησε τα βήματα του εκσυγχρονισμού και της εκμηχάνισης για να επεκτείνει και να αναβαθμίσει τις καλλιέργειες, η αναζήτηση αρδευτικού νερού, και μάλιστα με σύντομες διαδικασίες, ήταν η πρώτη έγνοια όλων. Ήταν το «καύσιμο» για να αξιοποιήσει ο αγρότης  ακαλλιέργητες, μέχρι τότε, εκτάσεις. Το κράτος, ωστόσο, εκείνη την περίοδο δεν κατόρθωσε να παρακολουθήσει τους ρυθμούς της  ζήτησης -χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έμεινε απλός θεατής.

Στις  μεγάλες  πεδινές εκτάσεις πραγματοποιήθηκαν  ολοκληρωμένες υδρολογικές και υδρογεωλογικές μελέτες, σε πολλές περιπτώσεις δε, με τη συνεργασία ξένων επιστημονικών φορέων.  Τότε σχεδιάζονται και πραγματοποιούνται τα μεγάλα εγγειοβελτιωτικά έργα. Όμως οι εδαφολογικές ιδιαιτερότητες αλλά και η πολύ μεγάλη ανάγκη για αρδευτικό νερό γρήγορα, έστρεψαν το μεγαλύτερο μέρος των αγροτών στην κατασκευή υδρογεωτρήσεων. Αυτό είναι το εργαλείο που δίνει αυτονομία σε πολλούς αγρότες, παλιούς και νεοεισερχόμενους, καθώς σε αρκετές περιοχές τα συλλογικά εγγειοβελτιωτικά  έργα δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν. Με άλλα λόγια, πολλές μικρές γεωργικές εκτάσεις σε όλη την επικράτεια, οι οποίες εκ των πραγμάτων δεν είναι στις προτεραιότητες του κρατικού σχεδιασμού  για την κατασκευή συλλογικών αρδευτικών έργων, καταφέρνουν να μπουν δυναμικά στην κατασκευή έργων άρδευσης με τη διάνοιξη υδρογεωτρήσεων.

Το αποτέλεσμα ήταν πολλές εκτάσεις έως τότε «ανώνυμες» στο γεωργικό χάρτη, να εισέλθουν δυναμικά στον πρωτογενή τομέα και να συνεισφέρουν τόσο στο ατομικό εισόδημα όσο και στο ΑΕΠ της χώρας. Ήδη από το 1975 και μέχρι το 2000 εκτιμάται ότι  κατασκευάστηκε κατά μέσο όρο το 78% του συνόλου των υδρογεωτρήσεων για άρδευση  που λειτουργούν σήμερα.

Η  πρόσφατη οικονομική κρίση ανέστειλε τους ρυθμούς κατασκευής, ενώ σε ορισμένες περιοχές όπου οι απολήψεις γίνονταν από μεγάλο βάθος, παρατηρήθηκαν φαινόμενα εγκατάλειψης. Τα τελευταία χρόνια που φαίνεται να σταθεροποιείται η οικονομία έστω και σε ένα χαμηλό επίπεδο,  δημιουργείται μια νέα ώθηση στην κατασκευή υδρογεωτρήσεων. Αυτό δείχνει ότι ο πρωτογενής τομέας στη χώρα μας αποτελεί ένα αποκούμπι  για αρκετούς,  παρότι το κόστος της κατασκευής είναι μια δαπάνη που επωμίζεται σχεδόν  εξολοκλήρου ο αγρότης.

Εκτός όμως από αυτήν την πλευρά της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, η οποία σε πάρα πολλές  περιοχές  άνοιξε δρόμο για την αγροτική επιχειρηματικότητα,  υπάρχει και η αρνητική πλευρά της μη ορθολογικής διαχείρισης αυτών των υδροληπτικών έργων. Σημειώνεται ότι  σε αρκετές περιοχές  η συστηματική και χωρίς πρόγραμμα εκμετάλλευση αυτών των γεωτρήσεων μπορεί σε μια πρώτη περίοδο να έλυσε προβλήματα και να έδωσε ώθηση στην τοπική ανάπτυξη του πρωτογενή τομέα, στη συνέχεια, όμως, εξάντλησε τους υπόγειους υδροφόρους ορίζοντες και προκάλεσε εκτεταμένα φαινόμενα  διείσδυσης της θάλασσας και υποβάθμισης των υπόγειων υδάτων.

Οι περιπτώσεις αυτές είναι αρκετές και διαρκείς, με «θύματα» τους ίδιους τους χρήστες, τους αγρότες, αλλά  σε μερικές περιπτώσεις και τους δήμους, των οποίων τα υδροληπτικά έργα βρίσκονταν στα ίδια υδροφόρα συστήματα που υφίσταντο υπεράντληση. Αυτή η κατάσταση κακοδιαχείρισης δυστυχώς συνεχίζεται σήμερα, σε μικρότερο βαθμό όμως. Είναι πολλά τα παραδείγματα δήμων που αναγκάστηκαν να ανακατασκευάσουν νέα υδροληπτικά  έργα για την ύδρευση, αναζητώντας πιο «ασφαλείς»  περιοχές. Όμως και αρκετοί αγρότες αναγκάστηκαν να περιορίσουν  τις αρδευτικές τους δραστηριότητες ή  να προβούν σε νέες κατασκευές υδρογεωτρήσεων μεγαλύτερου βάθους αλλά και κόστους λειτουργίας -συχνά χωρίς αποτέλεσμα. Το γεγονός ότι οι υπόγειοι υδροφόροι ορίζοντες  δεν ταυτίζονται με την έκταση του εκάστοτε αγροκτήματος, δυστυχώς δεν έχει γίνει  κατανοητό από αρκετούς χρήστες αυτών των έργων μέχρι και σήμερα.

Οι υπόγειοι υδροφόροι ορίζοντες είναι «σώματα» με συγκεκριμένες διαστάσεις και συνθήκες τροφοδοσίας, οι οποίες προσδιορίζονται με συγκεκριμένες μεθόδους. Δεν πρόκειται για στατικές υδραυλικές εγκαταστάσεις, αλλά για δυναμικές οντότητες οι οποίες στη διάρκεια του έτους ανανεώνουν τα αποθέματά τους μέσω της διαδικασίας της κατείσδυσης. Η δε διαδικασία ταμίευσης υπόγειου νερού εντός των υδροφόρων οριζόντων  δεν αποτελεί μια εφάπαξ ετήσια υδρολογική διαδικασία, αλλά μια συνεχή διαδικασία, η οποία εξαρτάται από τις ετήσιες βροχοπτώσεις, ο όγκος των οποίων  είναι  σχεδόν  ανάλογος με τον όγκο επανατροφοδότησής τους με νερό.

Όταν κατ’ έτος απολήπτεται περισσότερο υπόγειο νερό απ’ όσο διαθέτουν οι υδροφόροι ορίζοντες για να παραμένουν «υγιείς», σωρευτικά με το πέρασμα των χρόνων δημιουργείται ένα έλλειμμα το οποίο είτε θα οδηγήσει σταδιακά στη μείωση των υπόγειων νερών που αντλούνται από τις υδρογεωτρήσεις, είτε θα προκαλέσει φαινόμενα υφαλμύρωσης (εάν ο υπόγειος υδροφόρος επικοινωνεί υδραυλικά με τη θάλασσα).  Επομένως, από κάθε υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα πρέπει να αντλείται μια συγκεκριμένη ποσότητα, η οποία προσδιορίζεται με προκαθορισμένες επιστημονικά μετρήσεις. Το γεγονός ότι από έτος σε έτος οι βροχοπτώσεις δεν είναι ίδιες (άρα και ο όγκος της υπόγειας τροφοδοσίας), επιβάλλει η διαχείριση των υδρογεωτρήσεων να γίνεται με όρους ασφαλείας. Το υδάτινο δυναμικό που αντλείται δεν πρέπει να μειώνει τον όγκο των υπόγειων νερών.

Το παραπάνω διαχειριστικό πρόβλημα  αποτελεί το  «optimum» από πλευράς ορθολογικής διαχείρισης των υπόγειων υδροφόρων οριζόντων και τον βασικό λόγο για τον οποίο, το 2011, το Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών ([ΙΓΜΕ] σ.σ. Αντικαταστάθηκε από την Ελληνική Αρχή Γεωλογικών Και Μεταλλευτικών Ερευνών [ΕΑΓΜΕ]), σε συνεργασία με την Ειδική Γραμματεία Υδάτων  (Ε.Γ.Υ.) εκπόνησε το πρόγραμμα απογραφής όλων  των υδρογεωτρήσεων της χώρας οποιασδήποτε χρήσης (Σημεία Απογραφής Μητρώου Υδάτων [ΣΑΜΥ]).

Το πρόγραμμα αυτό, το οποίο ξεκίνησε το 2013, διακόπηκε το 2015 και επαναλειτούργησε το 2019, έχει ήδη απογράψει περίπου το 43% από τον προεκτιμώμενο συνολικό αριθμό (γύρω στις 200.000) νόμιμων και μη, ιδιωτικών  και δημόσιων υδρογεωτρήσεων. Η χρηματοδότηση του προγράμματος, ύψους 2.300.000 ευρώ, προέρχεται από το ΕΣΠΑ μέσω του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

Οι εργασίες απογραφής στην ύπαιθρο πραγματοποιούνται σε συνεργασία και σε συνεννόηση με τους δήμους, τις περιφέρειες και την Ε.Γ.Υ. Ειδικά συνεργεία της Ε.Α.Γ.Μ.Ε. βρίσκονται επί τόπου και με τη συνεργασία των ιδιοκτητών συμπληρώνεται το απογραφικό δελτίο, το οποίο εμπεριέχει ως βασικά στοιχεία τα ακόλουθα:

– Στοιχεία γεωγραφικά, τοπογραφικά και ιδιοκτησίας.

-Τεχνικά χαρακτηριστικά της υδρογεώτρησης.

-Τεχνικά χαρακτηριστικά αντλητικού συγκροτήματος.

– Υδρογεωλογικά χαρακτηριστικά  του υδροφόρου συστήματος με βάση τα διαχειριστικά σχέδια της Ε.Γ.Υ.

– Χρήση του αντλούμενου νερού (αρδευτική, βιοτεχνική, επιχειρηματική, υδρευτική κλπ.).

– Ποσότητες αντλούμενου νερού και περίοδος  άντλησης.

– Βάθος υδροστατικής στάθμης της υδροφορίας.

– Φυσικοχημικές παράμετροι του νερού (θερμοκρασία, αγωγιμότητα, Ph).

Με βάση τα πρωτογενή στοιχεία που συγκεντρώνονται, για κάθε υδροφόρο σύστημα  συντάσσεται από έμπειρους υδρογεωλόγους της Ε.Α.Γ.Μ.Ε. η σχετική υδρογεωλογική έκθεση, στην οποία αποτυπώνεται σε χάρτες και διαγράμματα το σύνολο των υδρογεωτρήσεων που απογράφτηκαν. Παράλληλα συντάσσονται χάρτες υφαλμύρωσης,  όπου αυτό επιβάλλεται. Επίσης γίνεται εκτίμηση του υδατικού ισοζυγίου για κάθε υδροφόρο ορίζοντα, η οποία βασίζεται πλέον στην πραγματική πληροφορία σε ό,τι αφορά την  ποσότητα του υπόγειου νερού που πραγματικά απολήπτεται, όπως και τη χρονική περίοδο κατά την οποία γίνεται αυτό.

Η εικόνα που προκύπτει από αυτές τις εργασίες αποτελεί μια πραγματική έκπληξη για όσους υλοποιούν το συγκεκριμένο πρόγραμμα. Ο μεγάλος όγκος των πληροφοριών που συλλέγεται από το πλήθος των υδρογεωτρήσεων, προσφέρει τη δυνατότητα για περαιτέρω χρήση των στοιχείων αυτών από διαφορετικούς τομείς δραστηριοτήτων και κατασκευών.

Το πρόγραμμα απογραφής εκτιμάται ότι θα αποτελέσει το «κτηματολόγιο των υδρογεωτρήσεων» της χώρας. Εφόσον ολοκληρωθεί όπως προβλέπεται, έως το τέλος του 2023,  θα προσφέρει τη δυνατότητα για βελτίωση των σχεδίων διαχείρισης τα οποία έχουν εκπονηθεί  με βάση την ευρωπαϊκή Οδηγία Πλαίσιο 2000/60.

Με την ολοκλήρωση της απογραφής, είναι σκόπιμο και χρήσιμο να επανεξεταστεί το νομικό πλαίσιο για τις αδειοδοτήσεις των υδρογεωτρήσεων, το οποίο πλέον χρειάζεται ουσιαστική αναθεώρηση προς δύο κατευθύνσεις:

Α) Λιγότερη γραφειοκρατία στην έκδοση και στην αναθεώρηση των αδειών κατασκευής των υδρογεωτρήσεων. Αυτό σημαίνει επαρκή και κατάλληλη στελέχωση των περιφερειακών υπηρεσιών  με έμπειρους υδρογεωλόγους και γεωπόνους.

Β)  Αλλαγή των προδιαγραφών κατασκευής και λειτουργίας  των υδρογεωτρήσεων. Με άλλα λόγια, οι προς άντληση ποσότητες νερού που προβλέπονται σε κάθε άδεια,  να συμβαδίζουν με τις πραγματικές υδροδοτικές ικανότητες των υδροφόρων οριζόντων.

Είναι απόλυτα λανθασμένη η άποψη ότι ο μεγάλος αριθμός των υδρογεωτρήσεων που έχουν κατασκευαστεί ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο για την υπεράντληση των υπόγειων νερών. Στην πραγματικότητα η υπεράντληση των υπόγειων νερών οφείλεται στις  ανεξέλεγκτες  ποσότητες που αντλούνται από τις υδρογεωτρήσεις, στις οποίες κατά κανόνα δεν ασκείται κανένας έλεγχος. Η συστηματική άντληση μιας υδρογεώτρησης μπορεί να υδρομαστεύει πολλαπλάσιες ποσότητες από ένα σύνολο υδρογεωτρήσεων, οι οποίες χρησιμοποιούνται με ορθολογική διαχείριση και φειδώ.

Η κατασκευή των υδρογεωτρήσεων δεν έδωσε λύση μόνο στην καλλιέργεια άγονων μέχρι πρότινος γεωργικών εκτάσεων. Εξασφάλισε και την επάρκεια στην ύδρευση σε δεκάδες δήμους και κοινότητες στη χώρα μας, οι οποίοι βρίσκονται σε άνυδρες περιοχές, όπου η μεταφορά νερού είναι δαπανηρή τόσο για την κατασκευή των υποδομών μεταφοράς όσο κα για τις δαπάνες λειτουργίας τους. Πρόκειται λοιπόν για υδρομαστευτικά έργα, τα οποία στις συνθήκες της Ελλάδας είναι χρήσιμα και αναντικατάστατα, αρκεί να υπόκεινται σε κανόνες ορθολογικής διαχείρισης.

*Ο κ. Παναναγιώτης Σαμπατακάκης είναι Δρ. υδρογεωλόγος, Διευθυντής Υδατικών Πόρων και Γεωθερμίας στην Ελληνική Αρχή Γεωλογικών Και Μεταλλευτικών Ερευνών (Ε.Α.Γ.Μ.Ε., πρώην Ι.Γ.Μ.Ε.).

 

Ελέγξτε επίσης

Pebro – Αφοί Πετρόγιαννη Ο.Ε.*: Πενήντα χρόνια εξέλιξης στα συστήματα αποθήκευσης

Με σκοπό να είναι η πρώτη επιλογή των πελατών της, με λύσεις και υπηρεσίες ξεχωριστές …

Τα Περιοδικά μας