Εξοικονόμηση ενέργειας σε συστήματα θέρμανσης

 Άρθρο των εκπαιδευτικών του ΟΑΕΔ ΕΠΑΣ Ν. Ηρακλείου, κ. Εμμανουήλ Αναπλιώτη και κ. Βασίλειου Σταματάκου 

1.1 Κατανάλωση ενέργειας στα κτίρια στην Ελλάδα – περιβαλλοντικές επιπτώσεις

Ο κτιριακός τομέας είναι υπεύθυνος για το 40% περίπου της συνολικής τελικής κατανάλωσης ενέργειας σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Η κατανάλωση αυτή, είτε σε μορφή θερμικής (κυρίως πετρέλαιο) είτε σε μορφή ηλεκτρικής ενέργειας, έχει ως αποτέλεσμα, εκτός της σημαντικής οικονομικής επιβάρυνσης λόγω του υψηλού κόστους της ενέργειας, τη μεγάλη επιβάρυνση της ατμόσφαιρας με ρύπους, κυρίως διοξείδιο του άνθρακα (CO2), που ευθύνεται για το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Στην Ελλάδα οι ανάγκες για θέρμανση των κατοικιών ανέρχονται περίπου στο 70% της συνολικής ενεργειακής τους κατανάλωσης. Η κατανάλωση ενέργειας για τις οικιακές συσκευές, το φωτισμό και τον κλιματισμό ανέρχεται στο 18% του συνολικού ενεργειακού ισοζυγίου. Οι κατοικίες με κεντρικό σύστημα θέρμανσης, το οποίο χρησιμοποιεί ως καύσιμο αποκλειστικά το πετρέλαιο αντιστοιχούν στο 35,5% του συνόλου.

Το υπόλοιπο 64% είναι αυτόνομα θερμαινόμενες κατοικίες που χρησιμοποιούν σε ποσοστό 25% πετρέλαιο, 12% ηλεκτρισμό και 18% καυσόξυλα.

 

1.2 Εξοικονόμηση ενέργειας σε συστήματα κεντρικής θέρμανσης με θερμό νερό

Όπως αναφέρθηκε, η κατανάλωση ενέργειας στον κτηριακό τομέα αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας σε  εθνικό επίπεδο με  τις  εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης να  έχουν  τη μεγαλύτερη κατανάλωση ενέργειας στα κτίρια. Από τα συστήματα κεντρικής θέρμανσης το πλέον διαδεδομένο είναι το σύστημα με κυκλοφορία θερμού νερού. Η θέρμανση των χώρων του κτιρίου επιτυγχάνεται με την κυκλική κυκλοφορία του ενδιάμεσου φορέα της θερμότητας. Στον λέβητα της εγκατάστασης θερμαίνεται το νερό μέχρι τους 90°C περίπου, οδηγείται στα θερμαντικά σώματα όπου αποδίδει θερμότητα και επιστρέφει περίπου στους 70°C. Στη συνέχεια επιστρέφει στο λέβητα όπου ξαναθερμαίνεται κ.ο.κ.  Η κυκλοφορία του νερού επιτυγχάνεται με αντλία (κυκλοφορητής). Η ρύθμιση της λειτουργίας και της απόδοσης του συστήματος επιτυγχάνεται με τα διάφορα όργανα ελέγχου και ρύθμισης. Για την εγκατάσταση του συστήματος θέρμανσης απαιτείται ένας ειδικός χώρος, συνήθως στο υπόγειο του κτιρίου, που ονομάζεται λεβητοστάσιο. Στο χώρο του λεβητοστασίου υπάρχει όλος ο απαραίτητος μηχανολογικός εξοπλισμός.

Το σύστημα θέρμανσης με θερμό νερό χρησιμοποιείται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα για τη θέρμανση κατοικιών, αλλά εγκαθίσταται και σε κτίρια του τριτογενή τομέα (δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, νοσοκομεία, σχολεία, ξενοδοχεία, αθλητικές εγκαταστάσεις κ.λ.π.).

Τα πιο διαδεδομένα συστήματα θέρμανσης με θερμό νερό είναι :

α) Κεντρική θέρμανση θερμού νερού με διάφορους τύπους θερμαντικών σωμάτων. Ανάλογα με τον τρόπο σύνδεσης των σωμάτων στο δίκτυο σωληνώσεων, διακρίνονται σε μονοσωλήνιο σύστημα και δισωλήνιο σύστημα.

β) Κεντρική θέρμανση θερμού νερού με σωληνώσεις στο δάπεδο (ενδοδαπέδια θέρμανση).

γ) Κεντρική θέρμανση θερμού νερού με τοπικές μονάδες ανεμιστήρα-στοιχείου (fan-coil units). Το καλοκαίρι με την κυκλοφορία ψυχρού νερού χρησιμοποιούνται και για την ψύξη του κτιρίου.

δ) Κεντρική θέρμανση με αντλίες θερμότητας.

Η ενέργεια που καταναλώνεται στα συστήματα θέρμανσης αποτελείται από την ενέργεια που καταναλώνουν οι κεντρικές συσκευές παραγωγής θερμότητας (συνήθως λέβητες) και από την ενέργεια που καταναλώνουν οι συσκευές που μεταφέρουν τη θερμική ενέργεια από τις κεντρικές συσκευές παραγωγής ενέργειας στα θερμαντικά σώματα, τα οποία συνήθως βρίσκονται στους κατοικήσιμους χώρους του κτιρίου. Ο λέβητας στις εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης καταναλώνει συνήθως πετρέλαιο ή φυσικό αέριο. Ηλεκτρική ενέργεια καταναλώνεται από τους κυκλοφορητές που μεταφέρουν το θερμό νερό από το λέβητα ή την αντλία θερμότητας προς τους κατοικήσιμους χώρους και αντίστροφα. Τέλος υπάρχει και μία κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στον καυστήρα του λέβητα ή στο συμπιεστή της αντλίας θερμότητας και στο σύστημα ρύθμισης και αυτοματισμού.

Η εξοικονόμηση ενέργειας στην  θέρμανση μπορεί να επιτευχθεί με πολλούς τρόπους. Ενδεικτικές επεμβάσεις και μέτρα για εξοικονόμηση ενέργειας που μπορούν να ληφθούν τόσο στα υφιστάμενα όσο και στα νεοαναγειρόμενα κτίρια είναι:

  1. Σύνταξη της μελέτης των εγκαταστάσεων κεντρικής θέρμανσης από Διπλ. Μηχανικό, που θα είναι σε θέση να κρίνει και να επιλέξει τα κατάλληλα συστήματα κλασσικής και νέας τεχνολογίας, να εκπονήσει τις απαραίτητες μελέτες (θερμομόνωση, υπολογισμό θερμικών φορτίων, επιλογή θερμαντικών σωμάτων, διαστασιολόγηση δικτύου σωληνώσεων και συσκευών, επιλογή συστήματος ελέγχου και ρύθμισης κ.λ.π.) και στη συνέχεια να επιβλέψει τη σωστή εφαρμογή της μελέτης και την κατασκευή της εγκατάστασης. Μία λανθασμένη μελέτη ή μία κατασκευή χωρίς μελέτη οδηγεί σε σπατάλη ενέργειας διότι συνήθως γίνεται προς την πλευρά της υπερδιαστασιολόγησης της εγκατάστασης.
  2. Επιλογή συστήματος χαμηλής θερμοκρασίας νερού π.χ. ενδοδαπέδιας θέρμανσης. Λόγω της χαμηλής μέσης θερμοκρασίας του νερού της εγκατάστασης (45°C σε σχέση με τους 80°C της κλασσικής θέρμανσης) οι θερμικές απώλειες της εγκατάστασης (λέβητα, σωληνώσεων) είναι μικρότερες και ο συνολικός βαθμός απόδοσης μεγαλύτερος. Ακόμη και τα κλασσικά συστήματα κεντρικής θέρμανσης μπορούν να σχεδιαστούν με χαμηλότερες θερμοκρασίες του θερμού νερού προσαγωγής και επιστροφής (π.χ. 75/65°C), μειώνοντας τη μέση θερμοκρασία του νερού στο δίκτυο διανομής με αντίστοιχη μείωση των θερμικών απωλειών στο δίκτυο κεντρικής θέρμανσης. Αντιστάθμιση αυτής της ρύθμισης αποτελεί η ανάγκη τοποθέτησης στους θερμαινόμενους χώρους θερμαντικών σωμάτων μεγαλύτερης επιφάνειας για την επίτευξη της επιθυμητής θερμοκρασίας, με αντίστοιχο αυξημένο κόστος εγκατάστασης. Πάντως διεθνώς υπάρχει η τάση οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης να μετατραπούν σε εγκαταστάσεις χαμηλής θερμοκρασίας για αύξηση του συνολικού βαθμού απόδοσης των συστημάτων.
  3. Επιλογή λέβητα που είναι εφοδιασμένος με το σήμα ποιότητας CE και εξασφαλίζει βαθμό απόδοσης σύμφωνα με την οδηγία 92/42 της Ε.Ε., τόσο κατά τη λειτουργία σε πλήρες (100% της θερμικής ισχύος) όσο και κατά τη λειτουργία σε μερικό φορτίο (30% της θερμικής ισχύος). Εάν δεν υπάρχουν οικονομικοί περιορισμοί, επιλογή και εγκατάσταση λεβήτων συμπύκνωσης (κυρίως σε εγκαταστάσεις με καύση φυσικού αερίου), οι οποίοι αξιοποιούν τη λανθάνουσα θερμότητα των υδρατμών των καυσαερίων και επιτυγχάνουν βαθμούς απόδοσης έως 107% περίπου. Για ενδοδαπέδιες θερμάνσεις ή συστήματα χαμηλής θερμοκρασίας θερμού νερού, επιλογή λεβήτων χαμηλών θερμοκρασιών που έχουν μεγαλύτερο βαθμό απόδοσης σε σχέση με τους συμβατικούς λέβητες θερμού νερού.
  4. Σωστή επιλογή των διαμέτρων των σωληνώσεων διανομής θερμού νερού και εξισορρόπηση των παροχών του νερού, που είναι βέβαια στα πλαίσια μιας ορθής μελέτης και κατασκευής. Η επιλογή λανθασμένων διαμέτρων σωληνώσεων μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες απώλειες πίεσης του νερού, σε επιλογή κυκλοφορητών μεγαλύτερης ισχύος και σε αυξημένη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας. Επίσης μία εγκατάσταση κεντρικής θέρμανσης η οποία δεν είναι υδραυλικά εξισορροπημένη δεν εξασφαλίζει τις απαραίτητες παροχές νερού σε όλα τα σημεία του δικτύου με αποτέλεσμα την αντιοικονομική λειτουργία της.
  5. Σχεδιασμό της εγκατάστασης κεντρικής θέρμανσης με αυτονομία (ιδιαίτερα σε κτίρια κατοικιών και αυτόνομων γραφείων). Ο σχεδιασμός με αυτονομία έχει το πλεονέκτημα της εφαρμογής συστημάτων ελέγχου που εξασφαλίζουν εξοικονόμηση ενέργειας, γιατί η προσφορά θερμότητας προσαρμόζεται στην πραγματική ζήτηση και χρησιμοποιείται μόνο το ποσό θερμότητας που είναι απαραίτητο για τη διατήρηση της επιθυμητής θερμοκρασίας των χώρων. Επιπλέον ο σχεδιασμός με αυτονομία επιτρέπει την τοποθέτηση συσκευών (θερμοδομετρητών) που υπολογίζουν την πραγματική ενέργεια που καταναλώνεται από κάθε χρήστη και επιτρέπουν την δίκαιη κατανομή των δαπανών για θέρμανση. Αυτό συνήθως έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή της συμπεριφοράς των χρηστών προς την κατεύθυνση της ορθολογικής χρήσης ενέργειας, γιατί ο καθένας πληρώνει ανάλογα με αυτό που καταναλώνει. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι οι θερμιδομετρητές είναι οι πιο αξιόπιστες συσκευές μέτρησης της κατανάλωσης ενέργειας. Οι ωρομετρητές που καταγράφουν σε ώρες το χρόνο που το θερμό νερό κυκλοφορεί στα θερμαντικά σώματα και οι ογκομετρητές που καταγράφουν τον όγκο του θερμού νερού που εισέρχεται σε κάθε αυτόνομο διαμέρισμα, γραφείο κ.λ.π. δεν εξασφαλίζουν δίκαιη κατανομή δαπανών, γιατί δεν μετρούν τη θερμοκρασία του θερμού νερού (προσαγωγής/επιστροφής). Δυστυχώς στην Ελλάδα εφαρμόζεται σχεδόν αποκλειστικά η ωρομέτρηση, για καθαρά λόγους αρχικού κόστους και παρά τη νομοθεσία που επιβάλλει τη θερμιδομέτρηση. Οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης με αυτονομία μπορούν να περιλαμβάνουν μονοσωλήνια συστήματα, ενδοδαπέδια συστήματα ή συστήματα με δισωλήνια σύνδεση σε κάθε σώμα. Σε κάθε ένα από αυτά τα συστήματα το θερμό νερό από τον λέβητα διανέμεται μέσω κεντρικών σωληνώσεων σε κάθε ανεξάρτητο χρήστη (διαμέρισμα, γραφείο κ.λ.π.). Στην είσοδο του κυκλώματος κάθε διαμερίσματος ή γραφείου υπάρχει ένας διανομέας/συλλέκτης από τον οποίο τροφοδοτούνται με νερό τα θερμαντικά σώματα ή οι θερμαντικές επιφάνειες. Σε ένα δεύτερο διανομέα/συλλέκτη επιστρέφει το νερό από τα θερμαντικά σώματα ή τις θερμαντικές επιφάνειες, για να καταλήξει σε κεντρικές σωληνώσεις που οδηγούν στο λέβητα. Την απαραίτητη πίεση για την κυκλοφορία του νερού την δίνει μία αντλία (κυκλοφορητής). Στις εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης με αυτονομία ενδείκνυται να τοποθετούνται ηλεκτρονικοί κυκλοφορητές μεταβλητής ταχύτητας (και παροχής). Στις εγκαταστάσεις αυτές η απαιτούμενη παροχή του θερμού νερού αυξομειώνεται, διότι όταν επιτευχθεί η επιθυμητή θερμοκρασία σε ένα διαμέρισμα ή γραφείο το σύστημα ελέγχου και ρύθμισης κλείνει το κύκλωμα το νερού προς αυτό και αντίστοιχα όταν η θερμοκρασία μειωθεί κάτω από τα επιθυμητά επίπεδα, το κύκλωμα ανοίγει. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αυξομείωση της πίεσης στο δίκτυο. Η ηλεκτρονική μονάδα του κυκλοφορητή παρακολουθεί τη διαμόρφωση των πιέσεων και προσαρμόζει τη λειτουργία του στην απαιτούμενη κάθε φορά καμπύλη πίεσης-παροχής. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται σημαντική εξοικονόμηση ενέργειας στην κατανάλωση ρεύματος για την κυκλοφορία του νερού που μπορεί να υπερβαίνει και το 60%.
  6. Εφαρμογή σύγχρονων τεχνολογιών ελέγχου τόσο σε υφιστάμενα όσο και σε καινούργια συστήματα θέρμανσης Ο σκοπός των συστημάτων ελέγχου είναι να προσαρμόζουν την προσφορά θερμότητας στην πραγματική ζήτηση ώστε να χρησιμοποιείται μόνο το ποσό θερμότητας που είναι απαραίτητο για τη διατήρηση της επιθυμητής θερμοκρασίας σε ένα χώρο (π.χ. γραφείο) ή σε ένα σύνολο χώρων (π.χ. διαμέρισμα ή ολόκληρο κτίριο). Η ζήτηση θερμότητας από ένα χώρο εξαρτάται από τις απώλειες θερμότητας (αγωγιμότητας μέσα από τα δομικά στοιχεία και αερισμού λόγω της απαραίτητης ανανέωσης αέρα) και από τα κέρδη θερμότητας (ηλιακή ακτινοβολία, συσκευές, φώτα, άνθρωποι). Οι απώλειες θερμότητας είναι άμεση συνάρτηση της διαφοράς ανάμεσα στην εσωτερική και την εξωτερική θερμοκρασία. Ουσιαστικά το μέγεθος, το οποίο επηρεάζει καθοριστικά τη ζήτηση θερμότητας είναι η εξωτερική θερμοκρασία, δεδομένου ότι η εσωτερική θερμοκρασία επιθυμούμε να είναι σταθερή, ενώ τα κέρδη θερμότητας επηρεάζουν σε μικρότερο βαθμό την κατανάλωση ενέργειας. Η απαίτηση θερμότητας ικανοποιείται είτε με τη μεταβολή της θερμοκρασίας προσαγωγής του νερού στους θερμαινόμενους χώρους (ανάλογα με την μεταβολή της εξωτερικής θερμοκρασίας και την επιθυμητή εσωτερική θερμοκρασία) είτε με την μεταβολή/διακοπή της ροής του νερού προς τα θερμαντικά σώματα. Και οι δύο τρόποι μπορούν να συνδυαστούν και με χρονικό προγραμματισμό λειτουργίας του ζεύγους λέβηταςκαυστήρας. Επιπλέον τα συστήματα ελέγχου διακόπτουν τη λειτουργία των κυκλοφορητών όταν δεν απαιτείται θέρμανση και η θερμοκρασία του νερού έχει πέσει σε χαμηλά επίπεδα (π.χ. <35°C), εξασφαλίζοντας έτσι επιπλέον εξοικονόμηση ενέργειας. Σε κτίρια με δισωλήνια συστήματα θέρμανσης χωρίς αυτονομία είτε υφιστάμενα (όπως π.χ. όλες οι παλιές πολυκατοικίες ή μονοκατοικίες με κεντρική θέρμανση, κτίρια γραφείων, σχολεία, νοσοκομεία κ.λ.π.) είτε νέα (σχολεία, νοσοκομεία και άλλα κτίρια του τριτογενούς 11 τομέα) το σύστημα ελέγχου που ενδείκνυται είναι κεντρικός έλεγχος με αντιστάθμιση της εξωτερικής θερμοκρασίας. Με την αντιστάθμιση η θερμοκρασία προσαγωγής του θερμού νερού στα θερμαντικά σώματα ρυθμίζεται ανάλογα με την εξωτερική θερμοκρασία με την βοήθεια μιας τρίοδης ή τετράοδης βάνας ανάμιξης, Η βάνα αναμιγνύει συνεχώς το κρύο νερό επιστροφής με το θερμό νερό προσαγωγής με σκοπό να επιτύχει την ανάλογη θερμοκρασία στο νερό προσαγωγής στα θερμαντικά σώματα. Ειδική ρύθμιση στην κεντρική μονάδα ελέγχου δίνει τη σχέση ανάμεσα στην εξωτερική θερμοκρασία και τη θερμοκρασία που πρέπει να έχει το νερό στην προσαγωγή. Η κεντρική μονάδα ελέγχου δέχεται σήματα από αισθητήριο εξωτερικής θερμοκρασίας και δίνει εντολή στον κινητήρα της τρίοδης ή τετράοδης βάνας να αναμίξει τις κατάλληλες ποσότητες νερού. Εάν είναι εγκατεστημένη τετράοδη βάννα ανάμιξης, η θερμοκρασία του λέβητα διατηρείται σταθερή (π.χ. 80°C) και εξασφαλίζεται (σε λέβητες πετρελαίου) προστασία από διάβρωση. Αυτό το σύστημα κεντρικού ελέγχου, σε συνδυασμό με θερμοστατικές βαλβίδες στα θερμαντικά σώματα (αναφέρονται παρακάτω), συνδυάζει την ορθολογική χρήση ενέργειας με ικανοποιητικό επίπεδο άνεσης. Σε χώρους με ατομικά συστήματα κεντρικής θέρμανσης (διαμερίσματα, μικρές μονοκατοικίες, μικρά εμπορικά καταστήματα, γραφεία κ.λ.π.) ενδείκνυται σύστημα ελέγχου με θερμοστάτη εσωτερικής θερμοκρασίας. Η λειτουργία του λέβητα/καυστήρα ρυθμίζεται ανάλογα με τις απαιτήσεις σε θέρμανση ενός αντιπροσωπευτικού χώρου που ονομάζεται χώρος αναφοράς. Ο θερμοστάτης του χώρου ενεργεί στον εκκινητή του καυστήρα, διακόπτοντας και επαναλαμβάνοντας τη λειτουργία του, ανάλογα με τη θερμοκρασία που μετρά και τη ρύθμιση της επιθυμητής θερμοκρασίας (με μία διακύμανση ±0.5°C). Είναι το σύστημα ελέγχου που εφαρμόζεται στις ατομικές θερμάνσεις με λέβητες φυσικού αερίου και εξασφαλίζει οικονομική λειτουργία εφόσον βέβαια υπάρχει και ορθολογική ενεργειακή συμπεριφορά από τους χρήστες (ρύθμιση θερμοστάτη σε λογικά επίπεδα θερμοκρασίας, μείωση θερμοκρασίας κατά τη νύχτα, διακοπή λειτουργίας την ώρα ανοίγονται τα παράθυρα για αερισμό κ.λ.π.). Σε κτίρια με συστήματα θέρμανσης με αυτονομία ενδείκνυται το εξής σύστημα ελέγχου: στη σωλήνωση που μεταφέρει το θερμό νερό προς τον ανεξάρτητο χρήστη, και πριν από το συλλέκτη προσαγωγής του νερού στα θερμαντικά σώματα των χώρων του διαμερίσματος, γραφείου κ.λ.π., τοποθετείται μία δίοδη ηλεκτροκίνητη βάνα. Η λειτουργία της βάνας καθορίζεται από ένα θερμοστάτη εσωτερικής θερμοκρασίας, που τοποθετείται σε ένα αντιπροσωπευτικό χώρο. Οι συσκευές που απαιτούνται είναι:

α) Ένας θερμοστάτης χώρου. Τοποθετείται σε ένα αντιπροσωπευτικό χώρο και προγραμματίζεται να λειτουργεί μεταξύ μιας ελάχιστης και μιας μέγιστης θερμοκρασίας π.χ. 20º και 21ºC. Όταν δηλαδή η θερμοκρασία του χώρου είναι χαμηλότερη από 18ºC, δίνει εντολή να ανοίξει η δίοδη βαλβίδα ώστε το ζεστό νερό να οδεύσει προς τα θερμαντικά σώματα. Όταν η θερμοκρασία του χώρου υπερβεί κατά 1ºC την επιθυμητή (20ºC), δίνει εντολή να κλείσει η δίοδη βαλβίδα και να διακοπεί η παροχή του ζεστού νερού προς τα σώματα.

β) Ένας χρονοδιακόπτης, που μπορεί να είναι ενσωματωμένος στο θερμοστάτη, και επιτρέπει τη λειτουργία του συστήματος μόνο κάποιες προκαθορισμένες ώρες (π.χ. σε ένα κτίριο γραφείων μόνο για τις ώρες λειτουργίας των γραφείων).

γ) Μία δίοδη ηλεκτροκίνητη βαλβίδα, η οποία παίρνει εντολές από το θερμοστάτη, Η βάνα ανοίγει αυτόματα τη ροή του ζεστού νερού προς τους θερμαινόμενους χώρους όταν η επιθυμητή θερμοκρασία είναι μεγαλύτερη από τη θερμοκρασία που επικρατεί στο χώρο, όπου είναι τοποθετημένος ο θερμοστάτης. Αντίθετα διακόπτει την παροχή του νερού όταν η θερμοκρασία φθάσει στο επιθυμητό όριο.

δ) Ένα σύστημα μέτρησης της κατανάλωσης θερμότητας (θερμοδομετρητή, ογκομετρητή ή ωρομετρητή). Με τα συστήματα αυτονομίας παρέχεται αφενός η δυνατότητα να καθορίζει κάθε ανεξάρτητος χρήστης το επίπεδο θερμοκρασίας του εσωτερικού αέρα αφετέρου γίνεται και δικαιότερη κατανομή δαπανών. Με ορθολογική χρήση εξοικονομείται σημαντική ενέργεια.

  1. Θερμομόνωση των σωληνώσεων των δικτύων της θέρμανσης, των λεβήτων και των καπνοδόχων μπορεί να συμβάλει στη σημαντική μείωση των θερμικών απωλειών και στην βελτίωση απόδοσης του συστήματος. Ιδιαίτερη σημασία έχει το μέτρο αυτό σε κτίρια με εκτεταμένα δίκτυα σωληνώσεων (εκπαιδευτικά κτίρια, νοσοσκομεία, ξενοδοχεία κ.λ.π.). Ιδιαίτερα για τις καπνοδόχους συνιστάται η χρήση θερμομονωμένων καπνοδόχων από ανοξείδωτο χάλυβα.
  2. Χρήση θερμοστατικών βαλβίδων στα θερμαντικά σώματα. Χρησιμοποιούνται για να διατηρήσουν μία επιλεγμένη θερμοκρασία σε ένα χώρο σταθερή, ανεξάρτητα από τη θερμοκρασία του νερού θέρμανσης. Η βαλβίδα κλείνει και εμποδίζει την είσοδο του θερμού νερού στο θερμαντικό σώμα, όταν κέρδη θερμότητας από ηλιακή ακτινοβολία, ηλεκτρικές συσκευές κ.ά. ανεβάζουν τη θερμοκρασία του χώρου πάνω από το επιθυμητό όριο, και ανοίγει όταν η θερμοκρασία πέφτει κάτω από αυτό το όριο. Η τοποθέτησή τους ενδείκνυται ιδιαίτερα σε εγκαταστάσεις με δισωλήνια συστήματα, χωρίς αυτονομία στην κεντρική θέρμανση, στις οποίες ο μόνος τρόπος για τη μείωση της ζήτησης θερμότητας είναι ή το κλείσιμο των χειροκίνητων βαλβίδων στα θερμαντικά σώματα ή το άνοιγμα των παραθύρων. Στην περίπτωση αυτή η εξοικονόμηση ενέργειας υπερβαίνει το 10%. Αλλά και σε εγκαταστάσεις με αυτονομία όταν τοποθετούνται σε χώρους με ιδιαίτερα μεγάλα ηλιακά κέρδη (νότιος, δυτικός προσανατολισμός) ή σε χώρους με απαίτηση χαμηλότερης 13 θερμοκρασίας (υπνοδωμάτια) και όπου δεν μπορεί να τοποθετηθεί ανεξάρτητος θερμοστάτης, η χρήση τους έχει δείξει ότι μπορεί να εξοικονομηθεί ενέργεια της τάξης του 10%. Η επιλογή της θερμοκρασίας γίνεται με μια απλή ρύθμιση της βαλβίδας.
  3. Υποχρεωτική ετήσια συντήρηση των εγκαταστάσεων κεντρικής θέρμανσης, κατά την έναρξη της περιόδου θέρμανσης από ειδικευμένο τεχνίτη, που θα συνοδεύεται από έκδοση αντίστοιχου πιστοποιητικού καλής λειτουργίας, με αναγραφή σε αυτό των εκάστοτε αποτελεσμάτων της συντήρησης. Τα καθήκοντα του τεχνίτη συντηρητή περιλαμβάνουν τη διενέργεια μετρήσεων και ελέγχου του βαθμού απόδοσης των λεβήτων, της περιεκτικότητας σε CO2 και της αιθάλης στα καυσαέρια, την συντήρηση και διόρθωση τυχόν βλαβών του καυστήρα, του λέβητα και των οργάνων του καθώς και του λοιπού εξοπλισμού (κυκλοφορητές, βάνες, όργανα αυτοματισμού κ.λ.π.). Η συντήρηση εξασφαλίζει την ορθή λειτουργία της εγκατάστασης και την αύξηση του βαθμού απόδοσής της.
  4. Αποφυγή κάλυψης θερμαντικών σωμάτων μερικώς ή ολικώς (εταζέρες, ξύλινες κατασκευές με ή χωρίς πλέγμα, κουρτίνες κ.λ.π.) διότι ελαττώνεται η απόδοσή τους. Σε περιπτώσεις κάλυψης τα θερμαντικά σώματα πρέπει να επιλέγονται με μεγαλύτερη επιφάνεια και θερμαντική ισχύ. Επίσης τοποθέτηση αντανακλαστικών επιφανειών (ασπίδων ακτινοβολίας) πίσω από θερμαντικά σώματα που τοποθετούνται μπροστά από ψυχρές εξωτερικές επιφάνειες (π.χ. υαλοστάσια, μη θερμομονωμένους εξωτερικούς τοίχους). Από τα μέτρα που προαναφέρθησαν, άλλα λαμβάνονται κατά τη διάρκεια σχεδιασμού και της μελέτης της εγκατάστασης, άλλα κατά τη διάρκεια της κατασκευής και άλλα κατά τη διάρκεια λειτουργίας της. Όλα όμως μπορούν να συντελέσουν στην εξοικονόμηση ενέργειας, πολλές φορές χωρίς σημαντικό κόστος.

 

 

Ελέγξτε επίσης

Calda Εnergy: Συστήματα θέρμανσης & ψύξης επιφανειών

Η αυστριακή εταιρεία VARIOTHERM προσφέρει από το 1979 πρωτοποριακά συστήματα θέρμανσης δαπέδου, θέρμανσης και ψύξης …

Τα Περιοδικά μας